Εκ πρώτης όψεως, δημιουργεί ερωτηματικά: γιατί να θέλει κανείς να απαντήσει σε ένα κείμενο, το οποίο δεν του απευθύνεται; Μπορεί για κάποιους η αναζήτηση μιντιακής δημοσιότητας, και μάλιστα ευρωπαϊκού προφίλ στην προκειμένη περίπτωση, να αποτελεί στόχο που υπερβαίνει όλους τους υπόλοιπους, με κάθε κόστος. Άλλοι μπορεί να ψάχνουν αφορμές για εικονικές παρεμβάσεις, χωρίς να απαντάνε καθαρά αν υπάρχει ή όχι πραγματικό επίδικο. Και άλλοι μπορεί απλά να υπογράφουν «σε ένδειξη αλληλεγγύης», όπως τους ζητιέται, χωρίς να ρωτάνε πολλά, ούτε καν τον ίδιο τον εαυτό τους. Για αυτό η δική μας αφετηρία μοιάζει κάπως παράδοξη: αυτό που μας κινητοποίησε είναι ακριβώς το γεγονός ότι ένα συναδελφικό κείμενο μπόρεσε να απέχει τόσο πολύ από την εργασιακή και κινηματική μας πραγματικότητα, παρ’ όλο που είναι γραμμένο στις μέρες μας.
Ο λόγος για το Υπόμνημα για την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/2831 για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των εργαζομένων σε πλατφόρμες το οποίο συντάχθηκε με ευθύνη του Επιχειρησιακού σωματείου efood Π. Αττικής. Το εν λόγω υπόμνημα απευθύνεται προς τη νομοπαρασκευαστική επιτροπή του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και κοινοποιήθηκε το προηγούμενο διάστημα, μεταξύ άλλων, και σε σωματεία του κλάδου των ταχυμεταφορών προς συνυπογραφή ή τη διατύπωση τυχόν παρατηρήσεων. Και μόνο το γεγονός ότι είναι γραμμένο σε νομική γλώσσα, προφανώς καθορισμένη από τον πραγματικό αποδέκτη του, μας εμποδίζει να κάνουμε το ένα ή το άλλο. Γιατί χωρίς να έχει δοθεί πουθενά χώρος, εκτενώς και αναλυτικά, στην περιγραφή της πλατφόρμας ως ρεαλιστική προοπτική μετασχηματισμού του κλάδου των ταχυμεταφορών, αυτό που τίθεται ως πρακτικό διακύβευμα είναι η θετική έκβαση κάποιας δίκης ή διαβούλευσης μεταξύ δικηγόρων και κρατικών/ευρωπαϊκών στελεχών και όχι η διασύνδεση των εργαζομένων στη βάση της κοινής συνθήκης εκμετάλλευσης με σκοπό το ξεπέρασμά της. Όπως ακριβώς καμιά συζήτηση επί της ουσίας δεν μπορεί να γίνει υπό την καθοδήγηση δικηγόρων, έτσι και καμία ενσωμάτωση καμία οδηγίας δεν θα μπορέσει ποτέ να υποκαταστήσει την κυκλοφορία των αγώνων: ακόμα και αυτών που εντελώς επιγραμματικά αναφέρονται στο υπόμνημα, παίζοντας το ρόλο τσόντας στη νομική επιχειρηματολογία του.
Αν αυτό που μας ενώνει, ή τουλάχιστον θα μπορούσε δυνητικά να μας ενώσει εξαιτίας των διαφορετικών εργασιακών συνθηκών μας, είναι η εναντίωση στην πλατφόρμα ως την πιο προηγμένη μορφή της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, τότε η λεγόμενη «τεχνολογική εξέλιξη» αποκτά συγκεκριμένο χρώμα και κατεύθυνση, καθώς περνάει από πάνω μας. Όταν στα συμπεράσματα του κειμένου διαβάζουμε ότι «η τεχνολογική εξέλιξη δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο αποδυνάμωσης των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων αλλά πρέπει να εντάσσεται σε ένα πλαίσιο που εξασφαλίζει δίκαιους και ασφαλείς όρους παροχής εργασίας», το ζήτημα του κοινού αγώνα μπολιάζεται με διλήμματα που δεν είναι δικά του, γιατί εδώ ο αλγόριθμος αναγνωρίζεται ρητά ότι δεν αποτελεί μόνο έκφραση και μετεξέλιξη του διευθυντικού δικαιώματος, την πιο προηγμένη αντικειμενική έκφραση του, αλλά και βάση διαπραγμάτευσης ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Και αυτή η πλαισίωση ξεπερνάει τα όρια της μεμονωμένης επιχείρησης που ονομάζεται efood, απευθυνόμενη ως πρόταση και σε άλλους εργαζομένους, οι οποίοι βλέπουν την προοπτική βαθέματος εκμετάλλευσης να έχετε πιο κοντά μέρα με τη μέρα… ακριβώς με τη μορφή της πλατφόρμας και με όλα τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται αναλυτικά στις σελίδες του υπομνήματος (παρακολούθηση εργαζόμενων, εντατικοποίηση και αύξηση της παραγωγικότητας κ.α.). Η γλώσσα του συνδικαλισμού της τεχνολογικής προόδου αποτελεί από μόνη της εμπόδιο στη συνάντηση μεταξύ των εργαζομένων κλάδων διαφορετικής παραγωγικότητας και κερδοφορίας, το οποίο γίνεται ακόμα δυσκολότερο να ξεπεραστεί, όταν αυτός δεν αναμετράται με το ενδεχόμενο να παρουσιάζεται ως η εμπροσθοφυλακή ενός ευρύτερου κινήματος, κατά τα άλλα εν γένει οπισθοδρομικού, τη στιγμή ακριβώς που, στην πραγματικότητα, διεξάγει ένα συνήθη περιορισμένο αγώνα εντός των τειχών της πιο γνωστής πλατφόρμας στην Ελλάδα.
Σε μια τέτοια ανάγνωση του υπομνήματος, ότι δηλαδή καθορίζεται από τις διαμάχες και τους ανταγωνισμούς μέσα στην efood, συμβάλλει και η διαπίστωση ότι η συλλογιστική του, διαρκώς περιχαρακωμένη από τις δυο γλώσσες του, περιστρέφεται κυρίως γύρω από συγκεκριμένους άξονες: τον προσδιορισμό της εργασιακής σχέσης όσων απασχολούνται στις πλατφόρμες (παίρνοντας άστοχα ίσες αποστάσεις τόσο από τους μισθωτούς όσο και τους ελεύθερους επαγγελματίες) και την εναντίωση στο καθεστώς των υπεργολαβιών. Καθώς πρόκειται για δυο ζητήματα τόσο παλιά όσο και το εργατικό κίνημα, το κοντράστ με τον «προχωρημένο» χαρακτήρα των αιτημάτων, τα οποία φτάνουν ακόμα και στο επίπεδο έγκαιρης παρέμβασης για την υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής οδηγίας, θα έπρεπε να είναι εμφανές στον καθένα. Είναι όμως; Γιατί ακόμα και στις πιο προηγμένες μορφές καπιταλιστικής οργάνωσης εργασίας αναπαράγονται τόσο παλιές ιεραρχίες που διαχωρίζουν μεταξύ τους εργαζομένους; Και ακόμα παραπέρα, όσον αφορά τον ρόλο του κράτους, προς τις υπηρεσίες του οποίου το σωματείο απευθύνει το υπόμνημα: υπάρχει περίπτωση ο νόμος 4808/2021, απέναντι στον οποίο ορθώς ασκεί κριτική το υπόμνημα όσον αφορά τον ρόλο του στη διάδοση των υπεργολαβιών, να έπαιξε εξίσου σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του «ιδιαίτερου» κλάδου της πλατφόρμας με τους προηγμένους αλγόριθμους, εν μέσω lockdown και κρίσης; Και τι ρόλο έχουν παίξει σε αυτή την ιστορία όλοι αυτοί, τους οποίους η ίδια η efood έμαθε να αξιολογούν από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, την εποχή που αποτελούσε μόνο πλατφόρμα λήψης παραγγελιών;
Ο μετασχηματισμός ενός καπιταλιστικού κλάδου δεν είναι εύκολη υπόθεση, πόσο μάλλον η διάλυσή του. Μένει ακόμα να βρεθεί πάνω σε ποιο έδαφος θα μπορούσαν να ξεπηδήσουν κοινοί αγώνες μεταξύ εργαζομένων λιγότερο ή περισσότερο παραπλήσιων κλάδων, ενδεχομένως συνδεόμενων αρχικά εκ των πραγμάτων με ανταγωνιστικές σχέσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για κάτι τέτοιο είναι ένας διαρκής και ειλικρινής κινηματικός διάλογος, ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει σε συναντήσεις επί των πραγματικών πεδίων, που δεν μπορεί να είναι άλλα από τον χώρο εργασίας και τον δρόμο. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να συζητιούνται πλέον ακόμα σε ευρωπαϊκές οδηγίες. Γι’ αυτό θεωρούμε ότι οποιαδήποτε υπογραφή του συγκεκριμένου υπομνήματος από τα σωματεία του κλάδου ταχυμεταφοράς /ταχυδρόμησης θα δημιουργήσει αρνητικό δεδομένο για τους εργαζόμενους του κλάδου.
Αθήνα, 13 Σεπτεμβρίου 2026